Γιώργος Παυλόπουλος, Ποιήματα

ken-powers-1

ΟΙ ΜΑΣΤΟΡΟΙ


Ξυπνήσαμε ακούγοντας χτύπους απόμακρους βαθιά στο θόλο

σαν κάτι να μαστόρευαν πολύ ψηλά στον Ουρανό.

Κάποιος έδειξε κατά τον ήλιο. Βλέπω είπε χρυσές σκαλωσιές

τους βλέπω είπε ν’ αλφαδιάζουν και να καρφώνουν εκεί πάνω.

Εμείς ψάχναμε ολοένα μες στο φως μα τίποτε δεν φαινόταν

τους χτύπους ακούγαμε μονάχα.

Ύστερα ένας Άγγελος ήρθε στο πηγάδι μας, άρχισε να βγάζει νερό.

Τα φτερά του γεμάτα γαλάζια λάσπη.

Χανότανε στα ύψη και πάλι ξαναγύριζε αμίλητος και σοβαρός
κι όλη μέρα ανέβαζε νερό να ξεδιψάν εκεί πάνω.

Δουλεύουν και διψάνε είπαμε όπως κι εμείς εδώ κάτω.

Σαν βράδιασε ρίξανε το σκοινί. Κανένας δεν κατέβηκε.

Από την άκρη του έσταζε στο χώμα λίγο αίμα.

Και ποτέ δεν μάθαμε μήτε ρωτήσαμε ποτέ

τι απογίναν οι μαστόροι.

(Τα αντικλείδια)

13
Να θέλω κι άλλο

κι άλλο ακόμη. Κι εσύ

να μη μου δίνεις.

(Τριαντατρία Χαϊκού)


24
Ουρά παγονιού

σε πισινό μαϊμούς

τούτος ο κόσμος.
(Τριαντατρία Χαϊκού)

33
Όλοι χωράμε

οι ζωντανοί κι οι νεκροί

σ’ ένα ποίημα.

(Τριαντατρία Χαϊκού)

Η ΣΙΩΠΗ


Στην Αυγή – Άννα Μάγγελ


Η Σιωπή είναι μια άγνωστη

που έρχεται τη νύχτα.

Ανεβαίνει τη σκάλα

χωρίς ν’ ακούγονται πατήματα

μπαίνει στην κάμαρα

και κάθεται στο κρεβάτι μου.

Μου φοράει το δαχτυλίδι της

και με φιλεί στο στόμα.

Τη γδύνω.

Μου δίνει τότε τις βελόνες

και τα τρία χρώματα

το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο.

Κι αρχίζω να κεντάω
πάνω στο δέρμα της

όλα όσα δε σου είπα

και ποτέ πια δε θα σου πω.

(Λίγος άμμος)


ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ

Στην Ανθή


Είπα σε μια Γύφτισσα

θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω

Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ

χόρτα πικρά χωρίς αλάτι

κι έπειτα να πλαγιάσεις;

Μπορώ της λέω

Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις

χωρίς να κλαις από το κρύο

πάνω στην παγωμένη λάσπη;

Μπορώ της λέω

Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη

να μου ανάψεις το κορμί

και να το κάνεις στάχτη;

Αυτό κι’ αν το μπορώ της λέω

πορείς μου λέει τη στάχτη μου

να τη ρίχνεις στο κρασί σου

για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;

Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω

Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.

(Λίγος άμμος)

Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ

Στη μνήμη του Φρανσουά, του Κάρολου και του Αρθούρου

Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της

κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι

στην όψη της χορεύουν φλόγες

από την Κόλαση του Δάντη.

Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές

την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι

μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί

χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.

Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί

με μια κιθάρα και δισάκι

διαβάζει κάτω από τις γέφυρες

Βιγιόν και Καρυωτάκη.

Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά

το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.

Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση

όλους να μας θηλάζει.

Κόβει με όνειρο τις φλέβες της

για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες

για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός

οι μαστροποί κι οι κλέφτες.

Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων

με του διαβόλου τ’ αντικλείδια

κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα

και τα πετάει στα σκουπίδια.

Κάποτε κλαίει σαν παιδί

χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου

κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα

ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.

Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική

με δέος, ηδονή και τρόμο

στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται

χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.

Την ποθούν, μα τους περιφρονεί

τους δήθεν εραστές του απολύτου

το γκόλφι της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή

για ένα πικρό φιλί του.

Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»

τα παίζει όλα, η θεατρίνα,

με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.

Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»

εγώ δεν την πιστεύω

την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία

σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.

Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της

σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν πριονοκορδέλα

πηδάει τους τάφους των ονείρων μου

τ’ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.

Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της

κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση

γέρνω γλυκά στην πλάτη της

κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.

Και μ’ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό

κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου

μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας

γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.

(Που είναι τα πουλιά;)

Advertisements

One response to “Γιώργος Παυλόπουλος, Ποιήματα

  1. Pingback: η κόρη της αβύσσου – απενεργο-ποίηση

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s