Ζήσης Αϊναλής, Στον εγκέφαλο του Ιλχάν

14d1c-25ce25a025ce259525ce25a125ce259125ce25a325ce25a425ce2595

Και καμιά φορά τύχαινε καθώς που κοιμόμουν
να κρεμάζει το χέρι μετέωρο
έπαιρνα τότε το μικρό ψαλιδάκι
που κρύβοντας πάντα στο κομοδίνο μου
για να κόβω τα νύχια μου
και προσεχτικά μη ξυπνήσω
τη γυναίκα γυμνή γυρισμένη στο πλάι
έπαιρνα να κόβω το χέρι μου
σκάλων’ η λάμα στο κόκαλο πάντα
σκριτς σκρατς
θα μπορούσα και να ουρλιάξω
αν δεν με είχανε
χρόνια τώρα
ακρωτηριάσει

***

Τη μέσα μου μέρα μετρώντας
χαραγμένη
το χέρι κορμί
αναμνήσεις σπαράγματα
ν’ αμφιβάλλεις
σάρκες πληγές
πρόωρα
χαραμάδες
διαμελισμένες κραυγές τα χαράματα
υπήρξε άραγε στ’ αλήθεια
κανείς απ’ τους δυο μας
εκεί;

***

Τυφλωμένος την υδρωπικία του πάθους
που ο χρόνος ανατινάσσοντας
την υστερόβουλη αναμονή
μέχρι ξανά
που μέρες ξοδεύοντας
τις νύχτες αναπολώντας
που μόνος μακριά
η μέσα μου ματιά σκίζει τα στήθια σου σ’ άλλα χείλη
το φύλο σου
άπληστα χιλιάδες δάχτυλα διατρέχουνε τον ιδρώτα σου
άλλα
κορμιά
του κορμιού σου φωτιά
αίμα ποτάμι με πονάς

***

Χώμα κορμί ορίζοντας
ο μεθυσμένος πόνος
άσπρο του άστρου στο άκρο η σιωπή
ο επιδεινωμένος χρόνος
πλατύγυρη βουή εφήμερο μαρμαρυγή
και διχοτομημένος μόνος
στο βάθος πλήθος πλάτος
παράταιρος
η ήττα κράτος

***

Ομορφαίνω τη μοίρα
τη μόνη μοίρα που μου ’δωσαν
για τους άλλους
στραπατσαρισμένος ανένταχτος
και στη καρδιά τόσο πάθος
μέσα στο μαύρο ολόμαυρο
λουλούδια σε κόκκινο χάρτινα
και στη καρδιά τόσος έρωτας
και πώς να συγχωρέσω
και πώς να ξεχάσω
νεκρός δε θα ’χω κανέναν να κλάψω

***

Αβάφτιστος στον κρόταφο των ιλίγγων
περιδινούμενος
τα μικρά πράσινα χέρια σου
που να σπαταλώντας το σπέρμα μου
ενηλικιωμένη μια καταιγίδα διαψεύσεων
μέσα στο πορτοφόλι μου
αίμα που κόκκινο
καταναλίσκοντας το χρόνο μου άπληστα
το μέρισμα κάλπικο
αλαζόνες εγωισμοί
ηλιθιότητες κίτρινες κρίνοι
που ξεφουσκώνοντας τα χρέη τους ανεξόφλητα
στην ίδια πάντα πορεία
σπαταλημένος στην αυγασία της νύχτας μου

***

Κατοικώντας στον κάτω σας κόσμο
τους κανακεύοντας κώλους σας
προσμένοντας ανταπόκριση
που τα σύννεφα ξεσκεπάζουν το θόλο μου
που κυρίαρχος βασανίζεται
το κάψιμο στο καβάλο μου
αλλοιωμένος
το ένα της περιφρόνησης
που ερωτευμένη παράφορα
μυστικά σ’ ερωτεύτηκα

***

Τον πόνο μου καταπιάνομαι
εξημερωμένος τον πόθο σου πρόωρα
μικρή κλειτορίδα πανθάλασσα
που το αίμα σου μέσα μου άρρωστο
τυφλωμένο τα χείλη σου κόκκινα
αναστατώνοντας το κρουστό της κατάνυξης
ανάγκη την εκδίκηση μεθοδικά οργανώνοντας
η σιωπή διασαλεύεται
κι όταν πια κανένας εδώ
το θάνατο φυλακτό
γέρος φύλακας της τερατωδίας σκοπός

***

Τα μαλλιά σου τώρα βουλώνουν τις τρύπες μου
μέσα στο σίδερο που κατατρώει τη σκέψη μου
το μίσος αρωγός της αγάπης μου
η φωτιά που τα χείλη στεγνώνοντας
με τα δόντια να σκίσω τη σάρκα σου
να βαφτίσω τα χέρια μου μέσα της
το κορμί μου ανάπηρο
ανασυγκροτώντας και καταστρέφοντας
ένα βήμα αβέβαιο
οι βολβοί των ματιών μου
κατάσκοποι
μέσα μου τέρατα κατοικούνε
οι εικόνες σου άγριες οργασμός
που ο πόνος ευχόμενος
ράπισμα στη σιγή

***

Καταστρατηγώντας σιγά σιγά τη σιγή
κατασκευάζω την επιτύμβιο πλάκα μου
μνημειακή
που στεγάζοντας επιβλητικά έν’ άδειο γιατί
εκχωρώ την σιωπή σε κόκκινα τριαντάφυλλα
να συνεχίσω να είμαι ακόμα εκεί
που τα σύρματα περιφέρονται
που δένοντας ένα ένα τ’ αγγεία κλωστή
παράφορα στο κεφάλι μου
μέσα
η χλαλοή
που σφυρίζοντας την υποταγή

***

Βαθιά στα ισχία μου κοιμάτ η ζωή
που τώρα ησυχία έχω γίνει
ενοχή
αναστατώνοντας μία μία εξαργυρώνοντας
κάλεσμα που παράφορο
κατασκοπεύει μικρή μικρή την εναλλαγή
φαντασμαγορική φωνασκία
κάθε ταριχευμένη προτροπή
που σκοινοβατώντας
μετεωριζύμενος
μια υγρή γη
θα εμφυσήσω το θάνατο
κυκλική θα εμφυσήσω ζωή

***

Σχήματα άδεια
λέξεις σημάδια απύ κραγιόν
θάνατος έρωτας πληγή
ο χρόνος που γλείφοντας
κούφιες εικόνες κάθετα
ηχώ που διαπερνά το στέρνο
μύρο

***

Καθυστερώντας που εμφιλοχωρώ τα εμφράγματα
στις καρδιές σας
μικρές άπληστα γλείφοντας
γλώσσες χιλιάδες φιδιών αρτηρίες το αίμα
γεύση πικρή της προδοσίας λατρεία
τα μάτια μου που δανείζοντας
μέσα στα μάτια σας
μαριονέτες που κινώντας τα νήματα
κλίβανος σπόνδυλοι στάχτες

***

Είναι
που έχω φυλάξει λίγα φύλλα για φέτος την άνοιξη
κάτω από το μακρύ ποτάμι
κατά μήκος της σπονδυλικής μου στήλης κυλάει φωτιά
αρθρώνοντας εξαρθρώνοντας
σπόνδυλους εφαπτόμεν’ αγγεία οστά
σφαδάζοντας
κάθε μέρα που χάνομαι
ολοένα πιο σκοτεινά
στο βάθος που στενεύοντας κουκίδα στην κόρη
μαύρο το φως
***

Για μια στιγμή πίστεψα στην αιωνιότητα
που τα μάτια μου κρεμασμένα στα χείλια σου
διασχίζοντας μέρες και νύχτες το πρόσωπό σου
κρυμμένο στις φλέβες μου
έχοντας κρύψει τον ένα μου εαυτό
πιο βαθιά
θησαυρό στα χαλάσματα
που μόνο εσύ ξεκλειδώνοντας
είδα
μεσ’ απ’ τα μάτια σου βλέποντας
που πέφτοντας άμμος ένα ένα της μάσκας μου
τρίμματα
που εξατμίζοντας έμεινες σταγόνες στη νύχτα μου
σε κάποιο σκοτάδι
αχρείαστο τώρα το νέο μου πρόσωπο
νεκρό πρέπει κάπως να θάψω

***

Που τρέχοντας ένα διάδρομο φως
ανέμελο παιδάκι ευδαίμων
γελώντας φωνάζοντας παίζοντας
πεταλούδες πολύχρωμες κυνηγώντας
στις άκριες των δακτύλων δεμένες
μαριονέτες ηλιαχτίδες κλωστές
στη σκανταλιά σκανταλιά
κυκλικά απορώντας γιαγιά
δάκτυλα βουτηγμένα σε μαρμελάδα βαθιά
που τις νύχτες εφιάλτες τις σκιές να φοβάμαι
τρέχοντας τρέχοντας
μη μεγαλώσω
οι μεγάλοι που πρόωρα με μεγάλωσαν
ματώνοντας πέφτοντας κλαίγοντας τρέχοντας
σ’ έναν κόσμο που δεν φτιάχτηκε για παιδιά

***

Και να που ξαφνικά ξεπετάγονται
χιλιάδες μυρμήγκια απ’ τις φλέβες μου
τρύπες στην αορτή
τρωκτικά στο κορμί
να συγυρίσω τη σήψη μου
να συγυρίσω
απορρίμματα στη βροχή
κατσαρίδες στις κόγχες κεραίες σιωπή
και στον καθρέφτη δεν είμαι εκεί
μέρα με τη μέρα
η ανάμνηση μου πιο διαφανής

***

Που κάθε παλάμη μου περιβάλλοντας την περιούσια θηλή
οι ρώγες σου στη γλώσσα υγρή
και τα δάχτυλα μου έχω γίνει εσύ
που τεντωμένη σκληρή
κάθε κοιλότητα κάθε σχισμή
σάρκα πληγή ερυθρή
στην όραση
γεύση αφή ακοή
ζωντανός στην όσφρηση ζωντανή
το βαθούλωμα στο κρεβάτι μου μαρτυρεί τώρα
που κάποτε ήσουν εκεί

***

Αυτά τα χείλια δανεικά
ποτέ δικά σου και το ξέρει
τη δίψα άσβεστη φωτιά
μια γεύση χώμα και να σβολιάζει στόμα η πέτρα
που τη λάσπη στα μάτια τα στήθια σου
που φως μες τη νύχτα τυφλώνοντας
η γυμνότητα μόνη και ψηλαφώντας
σελήνη σου κόκκινη η σάρκα
για πάντα ξανά και ξανά
στην άχλη μουγκή αγωνία εξαϋλώνεσαι
το σπασμό δικό σου
εντός σου δικό μου
που για λίγο
υπήρξα
σπασμένα τα πόδια
μη φεύγεις που φεύγοντας

***

Που ονείρωξη έχοντας ξημερώσει
την κρυφή ελαφολαγνεία που χάνεται
ο κόρφος σου
παραστάσεις παράταιρες
και γύρω θολή η μέρα πρώτη σπασμένη
η επανάληψη κόμπος
τα όνειρα κύκλοι που σβήνοντας
τελειώνοντας που αρχίζοντας
δεν φεύγεις
εκεί
την συνείδηση εξαρθρώνοντας

***

Που τα χείλη να μη φωνάξω δαγκώνοντας
κανείς
να περιφέρομαι γυάλινος
φοβισμένος και άγριος
δεν μου συγχώρεσαν τα φτερά
παρηγορώντας το Μάη
καταστατικό
ένα εύθραυστο ερωτηματικό
οι δρόμοι κουφοί
σκαρφαλώνω τη ψυχή μου εσύ
εξαντλείται η μουσική
το χαλασμένο στη σοφίτα μου χαρχαλεύω
γιατί

***

Κι όμως όταν είμαι μόνος μου
δεν ξέρει κανείς
τη μιζέρια μου σύφιλη
ερωτοτροπώντας τυφλά
παράνοια
του προγραμμένου η καρδιά
άδεια μάτια σκυλιά
ματώνω τις σκέψεις μου
παραπληγική πυρκαγιά
κατασκευάζω κελιά
θύλακες θηλιά θηλυκά
υποτείνουσα μοναξιά

***

Σας έχω γραμμένες τσούλες μικρές παραφθαρμένες
ψυχές
όλη μου η τρυφερότητα στα σκατά
που δεν γεννήθηκα για να δω
ν’ ανθίζουν οι κλώνοι
να μοιραστώ
το δάκρυ μου στο κενό
σας σιχαίνομαι σας μισώ
κι όταν φωνάζουνε
έξω απ’ την πόρτα μου οι φωνές
χορεύω απελπισμένα ευελπιστώ
δεν είμαι εγώ

***

Ότι επαναστέλλοντας έσω ασύμμετρος
την ερήμωση του διαστήματος
τον έρημο χώρο πίσω απ’ τον έρημο χώρο
τα κίτρινα δόντια πίσω απ’ το πέτρινο στόμα
αίμα τόσο γεμάτος μίσος
να μην μπορέσω να συγχωρήσω
τόσο κίτρινος τι θα πει
θήραμα που όντας να προπορεύεσαι
την κούρσα να οδηγείς
χνώτα κουρασμένα βαριά
πίσω κλαγγή
ίπποι ιππείς βαριεστημένοι ευγενείς
στο χώρο τα χέρια ξάφνου εκτείνομ’ ευθυτενής
επιμήκης διαστέλλομαι
άγριο που αυτό το γέλιο να διαμελίζοντας μου τις σάρκες
ελεύθερος μόνος
να σκίζοντάς μου τα χείλη
ασύμμετρος

***

Τώρα πληρώνω τ’ αυτιά μου να μην ακούνε τη θάλασσα
που βουίζοντας και αρθρώνοντας
που πληγώνοντας και μειώνοντας
έχει έναν άνεμο άσκημο και βροχή
χαμηλά βαρομετρικά άλλες στρατόσφαιρες
που τον πόνο ανυπόμονα αναμνήσεις διαβάλλοντας
τα ίδια λόγια σε έτερους χρόνους αλλότρια
αλλοιωμένη ηχώ
στη σιγή
που στον βράχο σώμα ρωγμή αλεξίληθη ουλή

***

Κάποτε θ’ αλλάξουν τα χρώματα
κι ο ουρανός δεν θα βλέπει τη γη
η βροχή να πέφτει κλωστή
οι δρόμοι ποτάμια
δεν θα σε συναντήσω ποτέ
που ανάμεσα περιφέροντας
μια καθημερινότητα ρευστή
το αίμα στο στόμα
ζεστή
θάνατος η υποταγή

***

Ζαχαρώνω τις μέρες μου
που δεν είμαι εκεί
τα νύχια που κιτρινίζοντας
σφραγίζοντας μέσα μου τα μάτια
να μην είσαι εκεί
που δεν βλέποντας
την ρωγμή
κάποτε που ξέροντας
άφησες
ένα χαμόγελο πρόσωπο που μακρινό ξεθωριάζοντας
σιγά σιγά
στη σιωπή

***

Τώρα παρακολουθώ με προσήλωση τον κώλο της μπροστινής μου
στις κυλιόμενες
που ανεβαίνοντας
τρεις ώρες για τα χαράματα
εγκλωβισμένος ανάμεσα σε χορδές άλικες γράμματα
μεταβιβάζω που χάλασα
δεν θα εγώ
που τόσο αργά
επιφάνειες διαφανείς
αιχμάλωτος
γλιστρώντας
που δεν εξοικονόμησα τη ζωή μου
το κάλεσμα

***

Το κεφάλι μου που γυρίζοντας
στους πρόποδες της παράκρουσης
διαρρηγνύοντας κι ανασυγκροτώντας
ψηφίδα ψηφίδα
σπαράγματα
φλέβες που φουσκώνοντας ποτάμι φωτιά
που διατρέχοντας παρασέρνοντας
κοιλάδες εγκεφαλικές τα κατάγματα
επιπλέοντα
κορμοί
ζώα νεκρά

***

Που ένα πανέρι θάνατο
η αγάπη σου
εξιλέωσ’ αναίμαχτος
ανάμεσα τις πυκνές κορυφογραμμές των υδάτων
άγονοι τόποι κρυστάλλινος
δάκρυα βέλα υδαρή
που περνώντας
εξαϋλώθηκα ολόκληρος

***

Η ανάσα σου υδρατμοί στο λαιμό μου
που υγραίνοντας
στο δέρμα τα δάκρυα
που το βλέμμα μου κρύβοντας στη μασχάλη σου
μια στιγμή συμφιλίωση
που εμπερικλείοντας το ένα στο άλλο
μόνο κορμί
γυμνό στο γυμνό που εφαπτομένη
η διέγερση νύχτα
να κρέμεται ασύστολη πόλεις δωμάτια
αλγεινή η σελήνη διασχίζοντας
λευκό του κόκαλου φως που ξασπρίζοντας
το σπέρμα στα χείλια σου που αχνίζοντας
που το ξημέρωμα εξαγνίζοντας
ψυχρό και σφυρήλατο
δικό σου το αίμα μου
που θάνατο προμηνύοντας
ο ρόγχος το τέλος

***

Τώρα πρέπει να μάθω να πετάω με τυχαία φτερά
όπου λάχει περισυλλέγοντας
πεζοδρόμια δρόμοι σκοτωμένα πουλιά
τα φθινόπωρα στις αλέες
από διάσταση σε διάσταση
αναζητώντας γυρεύοντας
πνίγοντας δήμιους
βαλτωμένα νερά
τη κάθαρση λυμαινόμενος
μαύρο το χώμα
διαλυμένος
οργανικός

***

Διέσχισα όλες τις απάνθρωπες χιονοστιβάδες
που φυλακισμένος το ίδιο κορμί
εγγαστρίμυθος
αναποδογυρισμένος σε σκοτεινούς λαβυρίνθους
διάτρητος
μπουσουλώντας τα μάτια
τη σιωπή υγρή το σκοτάδι
που δανείζοντας τη φωνή μου

ξένα περάσματα
πάνω
τώρα γαλήνη εγχάρακτος

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Μυθολογία”, εκδόσεις Πανοπτικόν 2013.

**Η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκε από εδώ: https://aenaikinisi.wordpress.com/2016/04/09/%CE%AD%CF%87%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%AF/

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s