Φάνης Παπαγεωργίου, Πέντε ποιήματα

Vimark, Ghost city

Vimark, Ghost city

Ψαλίδισμα χειλιών

Η τελευταία μέρα που χτυπιόταν σαν το ψάρι
είδε τα καμπαναριά να χύνονται στον ήλιο
καθώς σέρνονταν μέσα στις αχτίδες τους

τα δοκάρια να στάζουν μέλι
ίσως πατάγανε σε πόδια μελισσών

τα χάδια πηγαινόερχονταν σαν αφετηρίες
χωρίς να ξέρουν που ανήκουν

ήταν τυλιγμένα με σφυρίγματα των ξακουστών
των ανθρώπων που μεταφέρουν ρυμουλκά
κρεμώντας τους πάνω από τα νέφη

στον προορισμό της συντριβής, της πτώσεως
με μαύρα περιλαίμια στους ναύτες

ευθεία για την οδό των αγαλμάτων

***

38 βαθμοί ακριβώς

Η γλώσσα ήταν θυροκολημμένη

με ένα ρίγος, σπαραγμοί από α-

βέβαια μπορούσες να διακρίνεις
μεταξύ των λέξεων, αυτές:
ασταμάτητα, αβυσσαλέα, αλησμόνητη,
αλλοίμονο
ασφαλώς μιλούσε για κάποια γυναίκα
κινούταν προς τον αρνητικό του πόλο
σερνόταν σε μαγνητικό πεδίο

και με τον ονειροκρίτη ανά χείρας
τον βαστούσε η Μοίρα
θα ήταν βεβαίως χαμερπής

καθώς ξεφυσούσε και φυσούσε έμοιαζε

να επιθυμεί να θηλάσει τα λουλούδια
βέβαιος ίσως πως άγγιζε την έρημο

και πως αυτή κολλούσε πάνω του σαν άμμος
του είχε γίνει πυρετός

***

Βυρσοδεψείο Νο. 12231

Η σημασία κύλησε

από κάτι λέξεις όπως
αγαπημένη, φυλάγομαι, σημαίνω

και από το κύλισμα

γεννήθηκαν άλλες όπως
πυροβληματική, γλωτός, ασφυρί

κι έτσι αυτός κι αυτή

έμαθαν να ξελασπώνουν την αγάπη τους
αμέσως πριν την φάνε

***

Δυνατότητες δύο νέων

Θα γύριζαν την υδρόγειο/

συζητούσαν την ύπαρξη ηπείρων

θα βούλιαζαν στο λευκό χυλό του φωτός/
μετρούσαν τις αποστάσεις των αστεριών

θα περιπολούσαν τον κόσμο/

γκρεμιζόταν αστέρι στο φιλί τους

θα γέμιζαν το κενό/

οι χορδές εκτόπιζαν τους ήχους

θα γινόντουσαν δίκοπο πρόσωπο/

τα ποτάμια κρεμόντουσαν πάνω από τη θάλασσα
θα ήταν μέλλον/
αν είχαν παρόν

***

Μέσος ή Μεστός

Δυο κτήρια, αν αγγίζονταν

θα τα αποκαλούσαμε μεσοτοιχία
με τον ίδιο τρόπο που ένα τυχαίο
άγγιγμα ανθρώπων θα το λέγαμε
μεσοβέζικο

και τη θάλασσα μεταξύ ηπείρων
μεσόγειο

το κατάρτι μέσα σε αυτήν
μεσιανό

και φωτισμένο ίσως,

μεσημέρι
στην μεγάλη τρύπα

από την ανατολή μέχρι τη δύση

μέσα της δεν έβλεπε

τα μάτια της ήταν μεστά μέσα στο βάδισμα τους

και τα χέρια της δεν τον οδηγούσαν στις σπηλιές

στο μέσα των δαχτύλων της

κι είχε μια μέση ξύλινο δοκάρι

για να βαστάει το μεστό της στόμα

είχε μέσο και σκοπό να την παγιδεύσει

στα μεσαία κύμματα που εξέπεμπε από το κεφάλι του
δεν ήταν δα και μεσόκοπος

το κενό μεταξύ τους ήταν κομήτης
μεσουρανούσε

*Από τη συλλογή “Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα”, Εκδόσεις Κουκούτσι.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s