Αντιγόνη Ηλιάδη, Η παναγία του σούπερ μάρκετ

pistepseto-net

Η κυρία με τα λαμέ προχώρησε στον διάδρομο αναμονής του σούπερ μάρκετ. Έσπρωξε τον κύριο με τα φτωχά ρούχα. Ο κύριος ήταν εξήντα χρονών, σπαγκοραμμένος, καλοχτενισμένη φαλάκρα, πήρε όλες τις προσφορές, γάλα, φακές και αλεύρια, καφέδες, κωλόχαρτα και ζάχαρη. Για τον πόλεμο ετοιμάζεται. Η κυρία τον έσπρωξε απαλά. Έβαλε τα πέντε καπνιστά σαλάμια της και τις μπίρες της στον πάγκο του ταμείου. Κοίταξε το ηλίθιο μέικαπ της πωλήτριας. Ήταν γύρω στα τριάντα και είχε το βλέμμα στο κινητό της με το οποίο έπαιζε κάντι κρας κάτω από την ταμειακή μηχανή. Μεγάλο σκορ. Η κυρία βαριόταν και ρεύτηκε δυνατά. Η πωλήτρια της έδωσε σημασία. Κοίταξε την κυρία με υποτιμητικό βλέμμα, σαν στραπατσαρισμένης αγελάδας. Επιτέλους. Δεν υπήρχε χρόνος για χάζεμα. Δούλευε! Παλιοσακατεμένη από τη μοίρα μετεφηβική καρικατούρα. Η κυρία όμως δεν είχε φράγκο πάνω της.
Έξω δεν είχε ήλιο. Γαμημένη συννεφιά είχε. Βγήκε από το σούπερ μάρκετ με τα τακούνια της να κάνουν κλακ-κλακ. Πάτησε σκατά. Ε, φυσικά. Έβρισε τον θεό, τον είπε μαζόχα και μαστροπό. Κάθισε σε ένα πεζούλι. Δεν είχε τα λεφτά να πληρώσει. Χρειαζόταν τα σαλάμια. Είχε εθιστεί σε αυτή τη γεύση την πηχτή τη γλυκιά και μαζί καπνιστή. Φώναξε σφυριχτά έναν καραγκιόζη που περνούσε εκείνη την ώρα. Τον έσπρωξε σε ένα τοίχο. Γαμήθηκαν. Του έγλειψε τον πούτσο. Ο καραγκιόζης την έβρισε. Μουρμούριζε περίεργα. Μύριζε σαπούνι και είχε γραβάτα και πλαστικά μανικετόκουμπα, βαμμένο κόκκινο μαλλί και καλοξυρισμένο ρυτιδιασμένο πρόσωπο. Της έδωσε δύο ξερά πεντάευρα. Την είπε παλιοπουτάνα. Της χούφτωσε τα βυζιά και την πλήγωσε στον κώλο. Η κυρία του ζούπηξε τα αρχίδια και άρχισε να τρέχει. Ο καραγκιόζης έμεινε παγωμένος να τσιρίζει και να λέει ότι θα πεθάνει.
Η κυρία χαμογελαστή μπήκε με πονεμένο κώλο στο σούπερ μάρκετ. Κι έκατσε στην ουρά. Αιμορροΐδες σε συνδυασμό με μεγάλο μαλάκα. Πρόβλημα. Δεν περίμενε. Έσπρωξε από δω κι από κει κι έφτασε μπροστά-μπροστά. Η πωλήτρια της είπε πάλι δεν είναι αρκετά τα λεφτά σου μωρή. Η κυρία έπιασε τα λαμέ της ρούχα, έκανε πως ψάχνει για ψιλά. Πήρε τα σαλάμια και το έβαλε στα πόδια. Έτρεξε δύο-τρία τετράγωνα. Στάθηκε λαχανιασμένη σε έναν τοίχο. Είχε ξεχάσει τα ταμπόν. Γαμώτι. Το κέρατο της, πού σκατά είχε το νου της. Χτύπησε το κεφάλι της με το χέρι δύο-τρεις φορές. Ο τοίχος ήταν κρύος, γεμάτος υγρασία, η κοιλιά της πονούσε, λύγιζε. Σε λίγο από τη μήτρα της θα έπεφταν κομμάτια.
Γαμημένα σούπερ μάρκετ. Κάθισε σε ένα παγκάκι. Κοίταξε τη γαμημένη συννεφιά. Παλιοκόσμε. Τα καυσαέρια. Τα σάπια αυτοκίνητα. Τα γκρίζα σπίτια. Τα καημένα παιδάκια με τα θλιμμένα προσωπάκια. Πέρασε μία γυναίκα. Της ζήτησε ένα τσιγάρο. Ευτυχώς είχε κάτι λάιτ καρέλια. Και ήταν ευγενική γυναίκα. Λαχταριστό τσιγάρο. Η γυναίκα φορούσε σκισμένο μπουφάν. Είχε χαλασμένα δόντια και ξεβαμμένα ξανθά μαλλιά. Η κυρία πήρε το τσιγάρο με χαρά και το ρούφηξε δυνατά. Κοίταξε τη γυναίκα που έφευγε με στριγκό βήμα. Τη λυπήθηκε λίγο. Τη συμπόνεσε. Σκέφτηκε σε τι σπίτι θα γυρίσει. Με τι άνδρα θα μιλήσει. Πώς θα ανοίξει την τηλεόραση και θα εύχεται να τελειώσει το μαρτύριο. Και λίγο πριν κοιμηθεί, σκέφτηκε, θα βλέπει εφιάλτες. Χάρηκε για λίγο που ήταν στον δρόμο. Ένιωσε καλύτερα. Ζήτησε αναπτήρα από κάτι νεαρά παιδιά. Τα κοίταζε έντονα. Παίζανε μπάλα ανέμελα. Και βρίζανε τα μικρότερα μεταξύ τους. Χτυπιόντουσαν, πέφτανε, ξανασηκώνονταν. Δεν πεθαίνουν ποτέ τα κωλόπαιδα. Και είναι σαν τις κατσαρίδες. Εξαπλώνονται συνεχώς και παντού. Καπνίζουν και φτύνουν όλη την ώρα. Βρίζουν και παριστάνουν τους ενήλικες. Τα μαγκάκια. Η κυρία τα συμπαθούσε. Γελούσε μαζί τους. Και τους πρότεινε έκπτωση στις συνηθισμένες τιμές της. Δεν ψώνισε κανένα τους. Δεν βαριέσαι.
Η κυρία χρειαζόταν ταμπόν. Της πονούσε η κοιλιά. Είχε κόκκινο λεκέ στο παντελόνι. Ή ήταν από τον κώλο αίματα. Πάντως είχε κρύο και δεν γινόταν να κάτσει έξω. Το πλαστικό μπουφάν της δεν την κρατούσε ζεστή. Έπρεπε να βρει ένα μέρος να ζεσταθεί. Το βρακί της λερώθηκε σίγουρα, θα ήταν για πέταμα. Η κυρία μπήκε σε ένα ψιλικατζίδικο. Ο τύπος στο ταμείο ήταν εικοσάρης. Είχε σπυράκια στο μέτωπο. Καυλόσπυρα. Την κοίταξε με λάγνο βλέμμα ύποπτο. Η κυρία πήγε μαζί του πίσω από το ταμείο. Την ώρα που πουλούσε τσιγάρα και γαριδάκια, μπουκαλάκια με νερό, τσοντομπεριοδικά και κρουασάν, η κυρία τον περιποιούταν με μητρική αγάπη και τρυφεράδα. Μετά κατάλαβε ότι το μαγαζί δεν είχε ταμπόν. Του πήρε δύο πακέτα καρέλια. Και τον φίλησε στοργικά στην κορυφή της τεντωμένης του πούτσας. Ο τύπος είχε μείνει καταραμένος από τη μαυροντυμένη χήρα γιαγιά του στο χωριό να μην ευλογηθεί ποτέ με στύση τελειωμένη μέχρι να βρει μια κοπέλα να ανοίξει σπίτι να νοικοκυρευτεί να γίνει άνθρωπος. Και δεν έχυσε ποτέ. Είπε στην κυρία να μην ανησυχεί, του συμβαίνει συχνά και του έχει ξανασυμβεί. Η κυρία του έσκασε ένα χαμόγελο με το χρυσό της δόντι και το έβαλε πάλι στα πόδια.
Πάμε για άλλα. Μπήκε μέσα στον Άγιο Νικόλαο, κάθισε σε ένα πάγκο. Κοίταξε τρεις γριές που προσεύχονταν. Έβγαλε το παντελόνι της και το βρακί της. Πήγε γυμνή μπροστά στη μια γριά στάζοντας αίμα. Τα μπούτια της έλιωναν από την κυτταρίτιδα. Έλαμπαν από την εκκλησιαστική διαύγεια. Η μία γριά την είδε και την λυπήθηκε πάραυτα. Της είπε κορίτσι μου, ο θεός να σε βοηθήσει. Σκέφτηκε ότι μπορεί να είναι και η ίδια η ταλαιπωρημένη παναγία. Μετενσαρκωμένη. Άρχισε να φωνάζει: «Θεέ μου, η παναγιά!» Και την άκουσε όλη η ενορία και μαζεύτηκε κόσμος.
Και η κυρία ξαφνικά έγινε παναγία. Της πλύνανε τα ματωμένα της πόδια με αγίασμα. Την τυλίξανε με μία κουβέρτα και της δώσανε να φάει ζεστή φασολάδα σπιτική. Οι γριές πέφτανε στα πόδια της ζητώντας μετάνοια για τις αμαρτίες τους. Η κυρία ήπιε μπόλικη μαυροδάφνη, δώρο από τον αφράτο και κοκκινομάγουλο παπά, τον πατέρα Ιάκωβο. Η κυρία ταμπόν δεν βρήκε, αλλά σκουπίστηκε με κάτι πρόχειρα ευαγγέλια. Τα ευαγγέλια αυτά θα μπούνε σε γυάλινη προθήκη. Ο ψάλτης της έκανε τα γλυκά μάτια, ήταν αδύνατος, με μακριά μαλλιά, γεμάτος γένια. Κομμουνιστής και διαβασμένο παιδί. Η κυρία κάθισε δίπλα στην κυρά-Κούλα, στην κυρά-Νίτσα και την κυρά-Σούλα και έμαθε τα νέα της γειτονιάς.
Λέει, ο περιπτεράς έδινε γλειφιτζούρια δωρεάν και μάλλον ήταν παιδεραστής με βρώμικο μητρώο και θα έπρεπε να μαζευτούν κάποιοι γονείς για να γίνει φασαρία και να του κλείσουν το περίπτερο. Επιτέλους πια να μπει μια τάξη. Καμιά μανούλα δεν αγοράζει πια από εκεί. Ο παιδεραστής περιπτεράς να πάει σπίτι του και να μην ξαναβγεί ποτέ από εκεί ο αμαρτωλός ο άθλιος ο γλοιώδης. Και λένε πως αυτά τα γλειφιτζούρια έχουν μέσα τους ναρκωτική ουσία, πολύ κακή για την υγεία. Η κυρα-Νίτσα έκανε τον σταυρό της, η κυρα-Σούλα έσιαξε τη μαύρη φούστα της και σήκωσε τη νάυλον κάλτσα της. Και η κυρα-Κούλα συνέχισε τα κουτσομπολιά.
Λέει, ότι η Πέπη που έχει το κομμωτήριο το έχει και καλά για ξεκάρφωμα. Παίρνει χοντρά λεφτά με πιστολάκια και βαφές, αλλά είναι πόρνη γιατί φοράει αυτά τα ξέκωλα και τα ξώβυζα ντροπής πράματα. Ο θεός τη βλέπει από κει ψηλά και αυτός θα κρίνει, αλλά τι να πεις. Καμιά σεμνότητα πια και τα νέα παιδιά που πάνε στα σκολειά το ίδιο. Και κάνουνε μεταξύ τους πράγματα. Εντάξει, η τηλεόραση έδειξε ότι όλα επιτρέπονται και αυτό είναι το σωστό, αλλά ο θεός, ο ύψιστος θα κρίνει. Στην τηλεόραση είδες τη μαγειρική με το μοσχαράκι στιφάδο; Το παίρνεις μπέιμπι λέει, του ρίχνεις λαδολέμονα και κάτι πορτοκάλια να γλυκάνει και να νοστιμίσει. Μην έχει πολύ αίμα όμως. Το στραγγίζεις πρώτα. Ελαφρύ και γλυκό και γίνεται ένας μεζές-πεσκέσι άλλο πράμα. Να το σερβίρεις στον βασιλιά. Τραπέζι για μεγαλεία. Όχι αστεία. Η κυρά-Νίτσα λέει έκανε σαρμαδάκια, τα τύλιγε αποβραδίς, τα αμπελόφυλλα από το χωριό. Η κυρά-Κούλα κεφτεδάκια με πατάτες στον φούρνο, γιατί αρέσουν στον σύζυγο. Και η κυρά-Σούλα άνοιξε φύλλο να κάνει πρασόπιτα για τα εγγόνια μαζί με πατσά για τον γιόκα της τον μονάκριβο που φέρνει τα λεφτά στο σπίτι, από το εργοστάσιο. Αφεντικό, όχι απλός εργάτης. Ξεκίνησε από εργάτης αλλά έφτασε ψηλά ο προκομένος και τώρα είναι μάνατζερ ναι μάλιστα από τους καλύτερους και μόνο στην Αμερική έχει τέτοιους.
Η κυρία τα άκουσε όλα αυτά. Το μάτι της έπεσε στον λαχειοπώλη μπροστά στη φωτογραφία του Χριστού να παραμιλάει και να μουρμουράει. Ο λαχειοπώλης γεροντάκι, φαλακρό, ξερακιανό με μπουφανάκι λεπτό, ρουφηγμένο μάγουλο. Και στον ώμο μια τσάντα βαριά, να του προκαλεί καμπούρα, γεμάτη λαχεία. Η κυρία είπε στις κυρα-Σούλα-Νίτσα-Κούλα να αγοράσουν λαχεία και αυτές έσπευσαν να δώσουν λεφτά στον άνθρωπο να φάει κι αυτός ψωμί, γιατί δύσκολες μέρες και όποιος έχει, να δίνει και κάτι. Η παναγία το είπε. Κάνανε τον σταυρό τους και φύγανε από την εκκλησία, γιατί έχουν και δουλειές και θα φωνάζουν οι άνδρες τους που γυρνάνε στο σπίτι πεινασμένοι από τα καφενεία. Η ώρα πέρασε. Οι γυναίκες τρέξανε να προσκυνήσουν την κυρία-παναγία και μετά κάνανε τη βόλτα τους με χάρη πάντα, σενιαρισμένες, καλοντυμένες, πανέμορφες για την τρυφερή τους πια ηλικία.
Η κυρία κάθισε μπροστά στον λαχειοπώλη τον κοίταξε και του ζήτησε να της κάνει αιδοιολειξία. Αυτός δεν ήξερε την λέξη. Την είπε αγία. Η κυρία δεν το αρνήθηκε. Ήταν άλλωστε πλέον αναγνωρισμένη. Είχε γίνει μία φίρμα. Τον πήρε πίσω στην αγία τράπεζα. Έσκυψε πάνω στο προσευχητάρι. Πέταξε τον τουρλωτό της κώλο πίσω. Γυμνό και λαμπερό. Πήρε τον σταυρό του παπά και τον έχωσε στο μουνί της. Και έκανε τα μάτια προς τα πίσω δήθεν ηδονισμένη. Ο λαχειοπώλης αποτρελάθηκε, άρχισε μανιασμένα να γλείφει σαν σκυλί. Ο πούτσος του δεν σηκωνόταν. Η κυρία τον εθώπευε από δω από κει έπιανε το τριχωτό σκληρό του δέρμα. Χάιδευε τα ανάγλυφα κόκκαλα της πλάτης του. Τον φίλησε παντού. Ο καημένος δεν άντεξε πολύ. Πήρε το λαχείο κι όλη την αμοιβή. Τεντώθηκε. Και τελείωσε γλυκά με μία μικρής διαρκείας στύση. Ξάπλωσε στο κόκκινο χαλί, λαχανιασμένος. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και αντηχούσε σε όλη την εκκλησία. Η κυρία του πήρε το μπουφάν απαλά. Τον σκέπασε στοργικά. Τον φίλησε στο μέτωπο και του έδωσε συγχώρεση για κάθε προηγούμενή του αμαρτία. Το στόμα του το ξεδοντιάρικο με τα γένια τα αγριωπά και γκρίζα ήταν ματωμένο κι έμοιαζε τόσο με πίνακα ξενικής ζωγραφικής. Η κυρία αισθάνθηκε μία προσωρινή συγκίνηση.
Μετά βγήκε στον διάδρομο αγχωμένη. Να προλάβει τον πατέρα Ιάκωβο. Ο πατέρας Ιάκωβος ήταν ένας παπάς, χοντρούλης, με πολλά γένια και γαλάζια μάτια και μεγάλα γυαλιά μυωπίας. Είχε εφτά παιδιά που τα έχει πάει σε όλα τα κρατικά ωδεία και είναι όλα μεγάλα μουσικά ταλέντα. Τον βρήκε η κυρία τον πατέρα Ιάκωβο, του έπιασε τον μπράτσο και τον κάθισε με νόημα σε μια καρέκλα. Ο πατέρας Ιάκωβος ήταν μία καλή περίπτωση παπά, κρατούσε σημειώσεις για διάφορα περιστατικά και πρόσεχε τους αδύναμους στην ενορία. Ειδικά αν ήταν Έλληνες. Του άρεζε να υπάρχει ομοιομορφία και τους μαύρους τους έβρισκε βρωμερούς και δεν τους έδινε και πολλή σημασία. Ειδικά αν είχαν και παιδάκια που τα σπρώχνανε τα καημένα στα φανάρια και τα κάνανε από μικρά τερατάκια με όλη αυτή την κακή μόρφωση. Απαράδεκτα πράματα. Ο πατέρας Ιάκωβος μερικές φορές έβαζε συγκλονιστική κλασσική μουσική στην εκκλησία, ήταν φιλοδυτικός και πάνω από όλα φιλελεύθερος. Και πρώτος είχε εισηγηθεί να μπούνε κάμερες στην εκκλησία, γιατί λέει υπάρχουν ξένοι που μπαίνουν μέσα και βεβηλώνουν τα θεία και κλέβουν τα χρυσοποίκιλτα διακοσμητικά. Όχι ότι είχε κανένα πρόβλημα με τους ξένους. Αυτός; Προς θεού.
Η κυρία κάθισε στα πόδια του πατέρα Ιάκωβου, ο πατέρας αναστατώθηκε την είπε ιό και βρωμερή παρουσία και την έφτυσε δύο-τρεις φορές, η μια την βρήκε στον εξοχικό της βύζο. Η κυρία δεν συγκινήθηκε. Τον έπρηξε ψέλνοντας έναν άλλον Ματθαίο στα ρώσικα. Ο πατέρας Ιάκωβος την έσυρε τραβώντας τη γλυκά και με ύφος εκατό καρδιναλίων έξω από την δυτικόφιλή του εκκλησία. Να πάει αλλού η κυρία αν θέλει να παριστάνει την παναγία.
Κι έμεινε με μία κουβέρτα γυμνή η καημένη. Έτρεξε στο σούπερ μάρκετ τρελαμένη και άρχισε να κλαίει και να τραβάει τα μαλλιά της με μανία. Μπήκε μέσα από τις συρόμενες πόρτες. Πέρασε τον έλεγχο στα ταμεία. Σκεφτόταν ότι θα πρέπει να διαρρήξει κανένα πορτμπαγκάζ και να κοιμηθεί στο λασπωμένο πάρκινγκ πάλι. Σιχάθηκε τόσο πολύ τη ζωή της. Της ήρθε να ξεράσει τα αλκοόλια και τα αγία. Της έφυγε λίγο μυξόκλαμα σε έναν τύπο που τον λυπήθηκε. Είχε ένα σύνδρομο της είπε και έκανε πέντε βήματα πίσω κι άρχισε να χτυπιέται μπροστά στο ράφι με τα σαμπουάν συγχυσμένος. Είχε πάνω του λίγη ξένη μύξα με κλάμα και φτυσιές. Άρχισε να τρέμει, τον έπιασε κρίση πανικού και φώναζε ότι θα κολλήσει AIDS και μετά ήρθε ο σεκιουριτάς και έπιασε τον τύπο και τον χτύπησε με τον γκλομπ στον σβέρκο. Η κυρία το είδε αυτό και πριν προλάβει να γίνει άλλη φασαρία, κατέβασε το παντελόνι του σεκιουριτά που κολλούσε στην κοιλάρα του και του δάγκωσε τον κώλο με σκυλίσια λαχτάρα. Και μετά πήρε έναν κατεψυγμένο αρακά και τον άνοιξε στον διάδρομο και ο σεκιουριτάς γλίστρησε σαν καρτούν αλλά δεν έπεσε, όπως περίμενε η κυρία. Την άρπαξε από τα μαλλιά, όσα της είχαν μείνει στο ταλαιπωρημένο της ξερό κρανίο, από τα πολλά τραβήγματα και την πήρε έξω από το σούπερ μάρκετ. Της έκανε ανάκριση, την έβρισε, της έδωσε πολλές γκλομπιές στην κοιλιά. Ο καημένος τύπος, σκεφτόταν η κυρία. Αυτός με το σύνδρομο. Θα σφάδαζε τώρα ή θα ήταν αναίσθητος στον διάδρομο με τα αποσμητικά, τα ξυραφάκια και τα λογιών μπάνιου στοιχεία.
Της είχε κάνει κλικ αυτή η μίζερη κορμοστασιά του. Τον σκεφτόταν η κυρία, καθώς ο μπάτσος την χτυπούσε με περισσή λαχτάρα. Ο βλάκας ντροπιάστηκε σε δημόσια κάμερα και θα γινόταν νέο στις βραδινές ειδήσεις. Τι θα έλεγε στους φίλους του ο μάγκας ο σεκιουριτάς που έγινε ρεντίκολο από την κυρία. Οι μελανιές της γίνανε από μπλαβιές κόκκινο βαθύ κι άρχισαν να βγάζουν αίμα. Οι παλάμες της, τα πόδια της, τα γόνατά της και η κοιλιά της πονούσαν φριχτά. Ξάπλωσε στο τσιμέντο, κοίταξε ένα μυρμηγκάκι να περπατάει δίπλα στο μπαγιάτικο μάτι της. Βγήκε μία πωλήτρια και είπε ευτυχώς πριν γίνει το κακό, ότι η κυρία ήταν βασικά η παναγία. Έβγαλε τον σεκιουριτά με το i-phone της φωτογραφία. Κάψτε τον, τον αμαρτωλό! Έσπασε το νύχι από το άγχος της, καθώς το έτρωγε με λαχτάρα. Κοίταξε γύρω της κι άρχισε να φωνάζει.
«Βοήθεια κόσμε, να η παναγία, μου το είπε η θεία μου η Νίτσα που την είδε να γεννά τον Ιησού στην εκκλησία.»
Τα ηχεία του σούπερ μάρκετ έπαιζαν δυνατά το «Εδώ σε θέλω νεφρό μου», ένα δυνατό λαϊκό τραγούδι που προκαλούσε μαζικό κατούρημα. Όταν γέμισαν οι τουαλέτες ο κόσμος άρχισε να χορεύει και να κατουράει τα πράγματα του σούπερ μάρκετ. Κατάλαβαν ότι η παναγία ήταν εκεί. Όλες οι πράξεις είναι ευλογημένες αυτόματα. Το κατούρημα ήταν η βασική ιερή πράξη. Όλα ήταν τόσο γλέντι που εμφανίστηκαν και τα παιδιά των κλαμπς. Βγάζανε σέλφιζ με την καημένη την κυρία και κάνανε τσεκ ιν στα μέσα δικτύωσης. Τα μάτια τους ήταν δακρυσμένα από την πολλή ώρα στην οθόνη. Πού και πού σήκωναν τα μπατζάκια τους και αμέσως μετά τα κατέβαζαν, γιατί η μόδα άλλαζε τόσο γρήγορα. Πίνανε γάλα και μετά το αλλάζανε και πίνανε μπίρες και μετά άρχισαν να πίνουν αίμα. Η μόδα άλλαζε πολύ γρήγορα. Μέχρι που τα μπατζάκια τους πήραν φωτιά, αλλά δεν κατάλαβαν τίποτα, γιατί ήταν παραλυμένα. Τα παιδιά των κλαμπς ήταν η αφορμή για να καεί το σούπερ μάρκετ. Γιόρταζε ο κόσμος με τη φωτιά.
Και σύντομα το θέμα έγινε στο ίντερνετ viral. Βάλανε μέσα στο τουίτερ την κυρία σαν παναγία. Τυλιγμένη με την κουβέρτα, χτυπημένη, ματωμένη, στα τσιμέντα να κάνει κωλοτούμπες αγκαλιά με τον στοργικό σεκιουριτά, μπάτσο κατώτερης βαθμίδας, κομπλεξάρα του κερατά. Η κυρία μπήκε στο σούπερ μάρκετ με την πωλήτρια και κουτσαίνοντας πλησίασε τα σαμπουάν. Βρήκε τον νεαρό με το σύνδρομο. Ο τύπος καθόταν κι έκλαιγε σε μια γωνιά. Του άγγιξε το μέτωπο, αυτός άρχισε να ουρλιάζει. Η κυρία τραβήχτηκε πίσω. Ο κόσμος έτρεξε κι έκανε έναν ιερό κύκλο να δει τι συμβαίνει και ποια από όλες είναι η πιο τρελή. Γιατί η τηλεόραση αυτά δεν τα δείχνει και γενικά αργεί. Βγάλανε έξω κινητά και τάμπλετς και τραβούσαν το σκηνικό. Το σούπερ μάρκετ έγινε ξαφνικά ιερό. Και η κυρία ως παναγία, πήρε μία σπάλα χοιρινό και την κόλλησε στη μάπα του νεαρού με το σύνδρομο κι αυτός ξαφνικά σώπασε. Έπειτα του έδωσε ένα χάιδεμα στην πλάτη, στον πούτσο κι ένα γλυκό γλωσσόφιλο. Αυτός καθόταν αποσβολωμένος να κοιτάει τον τοίχο.
«Είμαι ερωτευμένος. Ω θεέ μου, γαμώ την παναγία.»
Και άρχισαν να φιλιούνται και το ένα έφερε το άλλο και η παναγία γαμιόταν και γαμούσε γενικά κι όλα πήγαν πρίμα. Και παντού γύρω έπεφταν αρακάδες και φασολάκια, η σπάλα γλιστρούσε στα ιδρωμένα τους στομάχια. Μπλέχτηκε ανάμεσά τους ένα κοριτσάκι με φακίδες και γυαλιά, αδύνατο που κρατούσε τα καλύτερα στην μόδα τσοντοπεριοδικά.
«Η παναγία να με συγχωρήσει, αλλά αυτά τα περιοδικά είναι πολύ παλιά και θέλω να δω από κοντά τα πιο αληθινά. Θέλω να δω πιπιά και υγρά και τι γίνεται στις σκηνές της τηλεόρασης κάτω από τα σκεπάσματα. Βαρέθηκα να μου λένε ψέματα οι ειδήσεις και οι μεγάλοι και οι πολιτικοί. Θέλω να δω. Τι γίνεται εκεί κάτω ρε παιδιά;»
Και η παναγία την πήρε αγκαλιά και της έδωσε να βυζάξει στοργικά. Ο νεαρός αγκάλιασε την κυρία. Βύζαξε κι αυτός από την άλλη πλευρά και χάιδευε το κοριτσάκι με αδερφική φιλία. Η πωλήτρια έφερε barcodes και έκανε σφραγίδες στον κόσμο. Την λέγανε Ιωάννα, ήταν η κόρη του Προδρόμου, του μάστορα που φτιάχνει τα αυτοκίνητα και κάνει συντήρηση κι έχει το βουλκανιζατέρ κάτω, δίπλα στο ρέμα. Το barcode ήταν η βάφτιση. Η μύηση στον κόσμο τον ιερό, σε αυτόν τον κόσμο που χρειαζόταν μόνο μία παναγία. Το φλεγόμενο σούπερ μάρκετ έβαλε την γιορτινή του διακόσμηση. Ο νεαρός αγκάλιασε σφιχτά από τα πόδια την παναγία και δεν την άφηνε πια. Και το κοριτσάκι περιφερόταν με μία λεκάνη στο κεφάλι και έριχνε στους κακούς ζάχαρη και στους καλούς ρύζι. Για να γεμίσουν κατσαρίδες και μύγες οι πρώτοι και οι δεύτεροι να μπορούν να παντρευτούνε αν θέλουν.

Ηλιάδη Αντιγόνη

One response to “Αντιγόνη Ηλιάδη, Η παναγία του σούπερ μάρκετ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s