Γιώργος Θ. Γιαννόπουλος, Matadi

From the series Rasen Kaigan (Spiral Shore): photo by Shiga Lieko

From the series Rasen Kaigan (Spiral Shore): photo by Shiga Lieko

Λίγο πριν ξεσπάσει ο καιρός
της μεγάλης οιμωγής
εγώ πασιέντζες έριχνα
και για Matadi να μπαρκάρω έψαχνα
με το πλοίο της αρχαίας Γης.

Η ζάλη της τράπουλας
μπλεκόταν με κάτι παλιές φωτογραφίες
φυγάδων της βίλας Air-Bel
στη Μασσαλία
κι έβλεπα τα χρόνια μου στα χρόνια τους
και τα βλέμματά τους
όπως αποτυπώνονται στο χρόνο
που κρύβει τα μελλούμενα.

Κάτω από μια καμάρα της Μεγάλης Πλατείας
ένας πλανόδιος γρατζουνούσε ένα adagio
κι η κόρη με τα μαύρα μαλλιά
έσβηνε στις μασχάλες της
ένα βαρύ, φτηνό, άρωμα.

Το οργανέτο ξεφυσούσε
ξεχαρβαλωμένο
και τα πλοία μούλιαζαν
στην καταχνιά του λιμανιού.

Έπειτα βρεθήκαμε όλοι
γύρω από έναν φρεσκοσκαμμένο τάφο.
Δεν θυμόταν κανείς ποιανού κηδεία
ούτε ποιο όνομα μας σύναξε
αναπάντεχα
κι ούτε που γνώριζα κανέναν
κι ας μου φαίνονταν όλοι γνωστοί.

Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλον,
μετά κάποιος κάτω,
άλλος προς τη θάλασσα,
άλλος σε κάτι βρώμικα, σπασμένα, μάρμαρα.

Είχαμε έρθει όλοι βιαστικοί
ένας στα χέρια του κρατούσε
επιταγές,
άλλος
ληγμένα γραμμάτια,
άλλος
απλήρωτους λογαριασμούς
κι ένας
απ’ το τσιγκέλι
μια λήγουσα.

Τότε κάποιος φώναξε:
-Εγώ το δέρας
το φύλαξα για τα καλύτερα,
κι έβγαλε μια πένα
και τη φύτεψε
στην άκρη του τάφου.

Τότε κάποιος αναθάρρησε
και είπε:
-Λάτρεψα των γυναικών τα εγκόλπια,
και μετά άλλος
κουνώντας το χέρι του, είπε:
-Όλα της ζωής δύσκολα.

Κι η ώρα περνούσε
κι ο τάφος παρέμενε ανοικτός
και κάποιοι άρχισαν να κρυώνουν.

-Μου θυμίζει τους ερωτευμένους
που χάθηκαν στο χιόνι,
ακούστηκε κάποιος από δίπλα
και μετά μεσολάβησε σιωπή.

Τότε στο βάθος
το μάτι μου
έπιασε κάτι μαύρες τολύπες καπνού
ν’ ανεβαίνουν στον ορίζοντα

-Είναι το πλοίο που περίμενα,
είπα στον διπλανό μου,
προσπαθώντας να δικαιολογηθώ,
αλλά αυτός κοίταζε αλλού.

Μετά, βρέθηκα μέσα σ’ ένα όνειρο
εκείνο που θέλεις να τρέξεις
και βουλιάζεις στο χώμα.

Παραδόξως ήμουν γαλήνιος
-Πρόκειται για τη γνωστή εμπειρία,
είπα μέσα μου,
και ξαναπροσπάθησα.

Έβλεπα τώρα, ξεκάθαρα,
ότι η πασιέντζα
δεν μου βγαίνει.

-Έτσι είναι, λοιπόν, στον καιρό
της μεγάλης οιμωγής,
μονολόγησα!

Σηκώθηκα και τράβηξα την κουρτίνα..

Μέσα από το περίγραμμα των φωταγωγών
ένα συμπαγές κοβάλτιο
κατέβαινε.

Έμοιαζε τόσο στέρεο που δεν κρατήθηκα.
-Τα πετεινά τ’ ουρανού
είναι κι αυτά
της γης πατούμενα,
ξεστόμισα,
κι άρχισα με τα δάκτυλά μου
να σκάβω
στην άκρη του τάφου.

Έψαχνα την πένα που φύτευσε εκείνος
γιατί δεν ήθελα να ξεχάσω τις λέξεις
για τη γη,
το γαλάζιο,
και τα πετούμενα…

Δεν μ’ ένοιαζε αν μ’ έβλεπαν
-θα του ξαποστείλει η παγωνιά,
σκέφτηκα,
και συνέχισα μανιασμένος
το ψάξιμο.

Μόνον όταν κουράστηκαν τα δάκτυλά μου
πρόσεξα ότι ο τάφος ήταν κλειστός.
Πράσινο χορτάρι φύτρωνε
πάνω του
και πέρα,
νομίζω,
διέκρινα ένα λιβάδι
παπαρούνες.

*Από τη συλλογή “Το θέρος των βροτών”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2010.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s