Νικόλας Ευαντινός, Ενεός…

Fragmented Society

——————————–
——————–

μπροστά στην ελευθερία μου.

——-
Δεν είμαι ελεύθερος
ούτε τις αλυσίδες μου να φτιάξω.
Αυτό με κάνει ελεύθερο.
——————–

μπροστά στο μέλλον της δημόσιας σφαίρας.
———————–
«Όταν της νύχτας το ποτάμι κυλήσει από τους σκυφτούς φανοστάτες της πόλης, θα ουρλιάξουν όλοι οι φωτοστεφανωμένοι. Από τους ωκεανούς θα αναδυθεί ο πιο παγωμένος ήλιος…Βοναπάρτηδες και γοργόνες, αγκιτάτορες και ιππότες, οι ψηφίδες όλες της παραμυθένιας ηρωοποιείας θα  καρφιτσωθούν πάνω του σαν χαρταετοί που δεν ανακυκλώθηκαν ποτέ. Τρισέγγονα του Λεβιάθαν -σχολικοί σπασίκλες που είχαν μεταμορφωθεί σε κερδομόλες πεταλούδες-  θα γίνουν η λεία των  θρόνων τους, καθώς το σκότος γλιστερό θα εισβάλλει στην γυάλινη αίθουσα των ακροάσεων. Άγγελοι σχοινοβάτες θα εκπίπτουν από τις συννεφένιες ταράτσες και στο στόμα της απόγνωσης θα πέσουν για να αλεστούν από της οργής  το στομάχι. Τότε από τα πέρα σύνορα θα εμφανιστούν αγέλες κύκνων, κοπάδια λύκων, και άοπλες όλες οι λεγεώνες των υστερορωμαικών σφραγίδων. Θα ζητούνε Σύνταγμα και θα τους δοθεί ο Θάνατος. Ο Θάνατος του Παρόντος. Και τότε παρελθόν και μέλλον βουτηγμένα μέχρι τα γόνατα στην λευτερωμένη σκοτεινιά θα ζητούνε Έλεος, για να ξεκινήσει η Εποχή η Επόμενη,  η πέραν των γνωστών τεσσάρων.»
—————————
μπροστά στο χιόνι.
——————
Εκείνη τη στιγμή ήμουν απόγονος αμμοδαρμένων πονηρών νομάδων, εθισμένων στην κάψα και την μονοτονία της τραχύτητας. Εκείνη τη στιγμή ήμουν ιθαγενής μιας χώρας αιώνια μαστιγωμένης από του ήλιου τα καυτά σχοινιά. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή εγώ, ένας γιος του καύσωνα, έπρεπε να εφεύρω μια λέξη για να ονομάσω το θαύμα που έβλεπα. Έτρεξα στους γέροντες, σε μύθους και παροιμίες, αρχαία αινίγματα, προϊστορικά βιβλία των θεών μου. Δεν βρήκα τίποτε. Πήγα ξανά στο σημείο του θαύματος. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Ήταν λευκό, ψυχρό και συμπαγές. Το έσφιξαν οι χούφτες μου μέχρι που κάηκαν. Το μάσησαν τα δόντια μου μέχρι που πάγωσαν. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Λέξη δεν έβρισκα. Στο τέλος γίνηκε νερό και χάθηκε. Ήταν αποτέλεσμα ακραίων καιρικών φαινομένων. Τότε κατάλαβα πόσο δύσκολη είναι η δουλειά των ποιητών
———————–
μπροστά στο δίλημμα κίνηση ή ακινησία;
——————
Δεν περπάτησα ακόμα ούτε μια σπιθαμή τούτης της γης. Κι όμως όλο βαδίζω. Ακατάπαυστα οργώνω τον κόσμο πότε ως έφοδος και πότε ως υποχώρηση. Ταυτόχρονα βέβαια παραμένω αθεράπευτα ακίνητος, προσηλωμένος τρυγητής  των θαλασσόκηπων που εκτείνονται κάτω από τον μέσα ουρανό, ερωτευμένος βαθιά με τα ψάρια που τραγουδιστά πετούνε με ακλάδευτα πτερύγια στα σπλάχνα μου. Κι όμως όλο βαδίζω και σκέφτομαι πως ούτε μια σπιθαμή γης δεν ανήκει στο βήμα μου -είναι αμαρτία που με αυτή τη διαπίστωση νιώθω αναμάρτητος;
——————

μπροστά σε κάποιο νυχτερινό του Chopin.
————————–
«Θεόρατη η σκιά του λεπτού της χεριού πάνω στην λεπίδα σελήνη. Τα μαλλιά της λευτερώνονται και φτιάχνουν πεντάγραμμα για το τριβελιστό τραγούδι των γρύλλων. Οι παράνυμφες πορτοκαλιές την καμαρώνουν. Με την μυρωδιά της φλούδας τους ραντίζουν το  στροβίλισμά της. Καθώς βαρυπατά τον αέρα της νύχτας, ανοίγονται πηγάδια σε κάθε της βήμα,
–στον πάτο τους το φεγγαρόφωτο πολλαπλασιάζεται. Κοιλάδα νυχτερινών ουρανών η πίστα της. Καθώς λυγίζει στο πλάι το λαιμό, ένα μικρό αστέρι πέφτει απ’ τις κόγχες των βλεφάρων της. Ύστερα πιάνει την ουρά της βραδινής δροσιάς, και χάνεται στον αυλό της σελήνης. Ναι, πάει καιρός που μένω να κοιτώ τον κήπο πίσω απ’ το τζάμι. Πάνω του πέφτουν κάτι ψιχάλες. Σαν χαμηλόφωνες νότες  λυγίζουν τα χέρια που κρατούν το άδειο της φόρεμα..»
—————–

μπροστά στην όραση
——————–
Μια κοπέλα μεγαλώνει στα μάτια μου. Όσο τα ανοίγω, τόσο απλώνεται, εκπτύσσεται γαργαριστή σαν κάποιο πλατύμακρο ποτάμι, που τα υγραίνει. Με καθάρια υδάτινα βλέμματα κατακλύζω τον κόσμο και τα πράγματα μουσκεύουν, μαλακώνουν και παίρνουν σχήμα αληθινό. Έτσι πότε το σπίτι είναι ένα μεγάλο στόμα που καταπίνει σιωπές σαν ηρεμιστικά για να κοιμηθεί -και πότε όχι-, πότε τα μάτια των ανθρώπων είναι ανάποδες πινέζες που εξακοντίζουν λήθη -και πότε όχι-, πότε τα κορμιά κάτω απ’ τα παλτά είναι οι πύρινοι κίονες της κόλασης, άκαυτα στην αιωνιότητα -και πότε όχι-, πότε η κιθάρα είναι μια λεπτοκαρυά που στοίχειωσε στο ξύλο της των σπίνων το τιτίβισμα -και πότε όχι-, πότε τα αστέρια είναι οι τρύπες που άνοιξε στον ύπνο του κόσμου το μυδραλιοβόλο του Θεού -και πότε όχι-, πότε το ασταμάτητο γάβγισμα των πεινασμένων σκύλων οιωνός για κάποια παντοτινή παύση της Ιστορίας -και πότε όχι-. Κι όμως στην χίμαιρα ζωή υπάρχει μια τρανή παρηγοριά:  η υδάτινη γυναίκα των ματιών μου που όλο μεγαλώνει, κάποτε θα σκίσει τα μάτια μου και θα νιώσει τον κόσμο έξω τους. Τυφλός, θα είμαι ο πρόγονος μιας νέας όρασης.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s