Γεωργία Τρούλη, Δεδηλωμένα – Η μασέλα – Η κόγχη

173552g-3.el_topo

[Έτσι που την ζωή σου ρήμαξες εδώ/ στην κόγχη τούτη την μικρή/ σ’ όλη την γη την χάλασες]

Θα περάσουμε κάποιες φορές στην απέναντι όχθη. Θα χορέψουμε την μουσική με όλη μας την ένταση. Θα φορέσουμε τα καλύτερα παπούτσια στα χέρια. Θα παίξουμε με μια τεράστια πόρτα της Φλωρεντίας «άνοιξε-κλείσε». Θα την έχουμε θεματοφύλακα αναχωρήσεων. Μια κούπα σούπα ζεστή, σύμβολο αφίξεων. Θα περιστρέφουμε τα ζιζάνια της απόφασης.

Θα ζευγαρώνουμε. Κι ένα κλωνάρι ευκάλυπτου και μάραθου θα λέει ‘Μην Ενοχλείτε’ στην παραμορφωτική μας εικόνα. Θα αλλοιώνουμε την αφύσικη ενήλικη γνώση μας με πισωγύρισμα σε ηλικία που ιδιαίτερα δεν μας ανήκε. Θα την κουβαλάμε από το χέρι την σκληρότητα και θα πλατσουρίζουμε σε λακκούβες νερό. Νερό που ξεχάστηκε από βροχή. Θα λέω καλύτερα ‘νερό που λίγο θέλησε λίμνη να γίνει’. Θα ανοίξουμε δρόμο για ποταμό έπειτα, θα γεφυρώσουμε χάσμα. Θα στουμπώσουμε τους φόβους σε κούτες και θα καλέσουμε την μεταφορική για μετακόμιση και μετοίκηση σε μεταμοντέρνα σχέδια κλαδιών. Θα λέμε ‘Είμαστε πουλιά’. Εγώ ίσως αυτό. Εσύ μάλλον το άλλο. Θα καταναλώσουμε λόγια και υπόσχεση. Μεταλογικά θα πούμε ‘μετά την αναχώρηση από το ταμείο ουδέν θα αναγνωριστεί ένσημο δεδουλεμένο, συναίσθημα δεδηλωμένο, άγγιγμα δεδικασμένο’. Δεν θα μας νοιάξει τίποτα. Οι ξεδοντιασμένοι θα μας φαίνονται πολύ μακριά αλλά εγώ θα σου θυμίζω πως η φτώχια ενός λαού από τα δόντια φαίνεται. Θα ακουμπάμε τα μάτια μας το βράδυ σε ένα ποτήρι νερό και θα κοιμόμαστε χωρίς να βλέπουμε κάτι στον ύπνο. Κυρίως ο ένας τον άλλον.

Θα κάνουμε παιδιά, ποιήματα, ταξίδια, ψευδοεπαναστάσεις, επαναπροσδιορισμούς και επανέναρξη της μικρής εταιρείας μας. Ένα- ένα τα δόντια μας λιγότερα αιχμηρά αλλά περισσότερο σαρκοβόρα. Πώς γίνεται, μην απορείς. Κάποτε χαμογελούσαμε και σου έλεγα ‘βλέπω μικρά λευκά ζάρια χωρίς βούλες όταν χαμογελάμε’. Κι εσύ μου έλεγες ‘ βλέπω κύβους κατάλευκης ζάχαρης’. Μετά από καιρό θα σου λέω (και ως το μεδούλι θα με πιστεύεις}’Τίποτα δεν με περιέχει-μόνο περιέχω’. Κάποια στιγμή θα φωνάζεις και θα το ακούω σε όλο τον λαβύρινθο του αυτιού μου ‘Ζήσε ζήσε ζήσε’.

Και τότε θα χαιρετιστούμε σαν πιγκουίνοι με λίγο απομακρυσμένο από τον ώμο το μπράτσο. Μόνο κερκίδα και ωλένη σε κίνηση-Σαν πιγκουίνοι που για καιρό έμειναν κολλημένες μασχάλες. Έπειτα ανακάλυψαν μια άλλη γη κάτω από τον πάγο. Δεν ξέρω πώς είχε φθάσει ο μύθος εκεί πάνω και πόσο προχώρησε η ιστορία αλλά τόσο νάρκισσοι ήταν που όταν κοίταξαν εαυτούς σε λιωμένο νερό, τόσο θαμπώθηκαν που βούλιαξαν σε βάθος. Και κανένα αλιευτικό δεν τους αναζήτησε .Κανείς δεν ένιωσε πόσο υπήρξαν

Έλα τώρα, βάλε τα παπούτσια, βάλε πάλι τα μάτια στις κόγχες, φτιάξε ένα μπρούτζινο κυνόδοντα. Άσε τις σχισμές ορθάνοιχτες. Θα φτιάξουμε ποταμό. Θα ονομαστεί ουροβόρος κι αυτός. Θα εκβάλλει με ορμή σε κάθε ανάχωμα. Λίμνη δεν θα γίνει ποτέ

Έλα τώρα, έχω για μάτια ποτήρι. Για μασέλα ποτέ.

Ως το μεδούλι να με πιστέψεις. Μπορείς.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s